Εκείνος, νεαρός, φιλόδοξος, ανερχόμενος, μόλις είχε πάρει μια σπουδαία δουλειά. Εκείνη καθηγήτρια. Το τέλειο ζευγάρι.
Εκείνος ήταν αγχωμένος. Προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα. Την παραμελούσε άθελά του. Συχνά δούλευε και σε άλλη πόλη και περνούσαν ολόκληρη βδομάδα μακριά.
Εκείνη πτυχιούχος γερμανικής φιλολογίας, δεν είχε βρει καμιά δουλειά που να την ικανοποιούσε κι έτσι δεν δούλευε. Όχι κι ότι έψαχνε μανιωδώς, ούτε την πολυαπασχολούσε το θέμα, αφού λεφτά στο σπίτι έφερνε εκείνος και μια χαρά τα έβγαζαν πέρα.
Μέσα στις τύψεις του, της πήρε ένα υπολογιστή για να περνάει την ώρα της. Της πρότεινε κι ένα γερμανόφωνο forum.
Εκεί σύχναζε κάθε μέρα εκείνη. Εκεί γνώρισε έναν τύπο, Γερμανό, πολύ συμπαθητικό. Μιλούσαν πλέον κάθε μέρα -της είχε στείλει και φωτογραφία. Μιλούσαν για μουσική, για τους ανθρώπους, για της ζωές τους. Του είχε πει για τον αρραβωνιαστικό της και εκείνος της είχε πει για την κόρη του. Ήταν καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερός της. Χωρισμένος.
Μιλούσαν συχνά. Σιγά σιγά άρχισαν να μιλάνε και με οπτική επαφή. Την ένοιαζε πως θα την έβλεπε. Γι αυτό πριν μιλήσουν φτιαχνόταν στον καθρέφτη. Κι εκείνος της έλεγε πόσο όμορφη ήταν και πόσο τυχερός ήταν αυτός που την είχε. Η γυναικεία της ματαιοδοξία θρεφόταν και έτσι εκείνη ένιωθε απλώς όμορφα. Της αφιέρωνε ποιήματα και τραγούδια και της έλεγε πόσο της ταιριάζουν. Κι εκείνη του έλεγε πόσο ευτυχισμένη θα μπορούσε εκείνος να κάνει μια γυναίκα.
Αυτό συνεχίστηκε για μήνες. Μέχρι που βρέθηκαν. Εκείνη ταξίδεψε να τον βρει. Με εισιτήριο που πλήρωσε με τα λεφτά του άλλου, λέγοντας του ότι πάει με μια φίλη της ταξίδι στα παλιά λημέρια…
Τότε αναζωπυρώθηκαν όλες οι υποσχέσεις που έδιναν εδώ και καιρό μέσα από καλώδια. Το πάθος άναψε και έγινε όλεθρος.
Και μετά γύρισε πίσω. Και δεν μπορούσε να ξαπλώσει δίπλα στον άλλο. Και δε μπορούσε να κάνει έρωτα μαζί του. Και δε μπορούσε να τον αγγίξει…
Αυτός έψαχνε απεγνωσμένα να βρει το γιατί. Κι όσο αυτή έδειχνε απόμακρη, τόσο αυτός τρελαινόταν. Μέχρι που του το ξεφούρνισε.
Και τότε αυτός δεν έβρισκε γη για να πατήσει πάνω – όλο χανόταν κάτω από τα πόδια του.
Εκείνη πνιγόταν – δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τον αγαπούσε, αλλά είχε πάψει από καιρό να νιώθει πεταλούδες στο στομάχι…





